Top Definition
To play with one's penis.
Last night I bewiffled all over the floor.
από Dan Kontt 25 Φεβρουάριος 2008
1 more definition
6 Words related to bewiffle
A form of screwing yourself, usually by useing one's hand.
I bewiffle every night to porn.
από Dan Kontt 26 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×