can replace the word "bombed" or "messed up". Can cause serious problems if used too often.
I totally bhoasted that test! Bhoast!
από esther 11 Δεκέμβριος 2004
Top Definition
From the heart of Jamaica, evolved from the word "bust." First used in its present form by Amollia Jain.

Def - to bust
1) I bhoasted Mr. Ma's quiz after bhoasting his test.

2) Yale bhoasted me.

3) Yaagnik likes getting bhoasted.
από Raymundo 18 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.