Top Definition
A male/female who is more than curious about experimenting with the same sex. The person has had some intimate contact with the same sex, but is not openly bi-sexual. Bi-interested is the middle ground between bi-curious and bi-sexual.
He's not only bi-curious, he's bi-interested!
από Laurenita 11 Ιούνιος 2005
2 Words related to bi-interested

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.