Top Definition
A male individual who either possesses or seems to possess two penises.
He satisfied both of those women quite easily. He must be bicockular.
από Dekird 12 Ιανουάριος 2010
5 Words related to bicockular

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×