Top Definition
The act of being stupid. Also known as BTB (big time bidu).
Matt: "Man did you see rob tonight, he was creeping on grenades the entire time."

Paul: "Ya bro he's bidu."

Scott: "BTB for sure."
από anonymous1. 25 Σεπτέμβριος 2010
1 more definition
The act of being crazily awesome and insanely good at everything.
"That guy jumping off of that building is totally bidu".
από william crazyface 2 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×