adj. A non-word, created to express a large number of something.
Combines the words 'big' and 'million'.
Of course I know where it is, Carl, I have driven there a bigillion times.
από Nagem 30 Αύγουστος 2004
A "big" million. A really large number.
Our debug lab is very noisy because it has a bigillion fans running in the test machines.
από B. Bell 28 Σεπτέμβριος 2011
the amount of cute that goes into a Disco Zombie Girl
Amy is cute times a bigillion.
από xxxxxxxxxxx 2 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×