Top Definition
Sexual act involving the swapping of vomit back and forth between the mouths of two or more people.
Jack and Patty spent the evening bileballing after spreading plastic sheets on the floor.
από Paul Wolf 27 Ιανουάριος 2009
4 Words related to bileballing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×