Top Definition
A further degree of being owned.
Ares is bitchowned by TribalWar.
από Brass 20 Οκτώβριος 2003
2 more definitions
Someone that is a bitch and you just owned them. Whether that be in a sport or in anything else.
"You just got bitch owned!"
από B.Parks Production 4 Σεπτέμβριος 2007
act of being defeated by another with relative ease
bitchowned by a farmer with a triple mid-air mine+disc
από Anonymous 23 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×