Top Definition
1. stairs that have been sealed off and lead nowhere

2. a misspelling of "blank stares"
1. John turned the building into three office spaces for rent, leaving blank stairs in one area.

2. Preacher on message board: "I asked the young couple if they had talked to God lately, and all I got was blank stairs."
από Moggraider 29 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.