Top Definition
1. A word to use when no other word will suffice.

2. To become extremely high or intoxicated from mary jane or alchohol.

1. Man I walked in to the place and was like BLAZAMO! I'm here.

2. Last Friday night me and yo babies mama got blazamo.
από sundance08 5 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to blazamo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×