Top Definition
A stupid and materialistic person who plays with their jewelry instead of paying attention.
The teacher says, "hey blingaling, stop playing with your necklace and open your book up."
από heathcatbe 13 Οκτώβριος 2010
A shiny and reflective penis
I'm so rich I got a bling-a-ling!
από thibodeaux 9 Ιούνιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×