Top Definition
1. Someone who wears too much bling.
2. A person that damages their image or appearance by wearing (inappropriate) bling.
1. "That rapper's had a blingbath".
2. "That wag (Footballer's Wife And Girlfriend) is suffering a blingbath".
3. "The celebrity was drenched in a horrific blingbath".
από JezGex 4 Δεκέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.