Top Definition
verb. to cause a feeling of bloativation, i.e. to inspire someone to feel fat and hence the need to get in shape.
When he asked if I was pregnant, it totally bloativated me.
από Ddorfjt 25 Ιούλιος 2009
6 Words related to bloativate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×