The act of stealing a blowjob, either in-process or out.
Damn, did you see how fast tim can blowjack, he got that dude over there well.

or

Josh just blowjacked jason good.
από nimblejack 26 Αύγουστος 2009
To masturbate under the influence of cocaine.
I was caught blow jacking in the strip club bathroom.
από detective dipshit 16 Νοέμβριος 2011
Receiving a blow job and getting jacked off simultaneously.
He specializes in blowjacks. He's good with his hands AND mouth.
από yourbffbrett 2 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×