Top Definition
Verb meaning 'to blow', can also be used as an adjective.

Comes from the Latin verb Blowzo, Blowzare, Blowzavi, Blowzustus.
"This game really blowzors"
"You are really blowzor"
από Steve Goodman 18 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×