Top Definition
A universal noun/verb/adjective which means absolutely nothing. The opposite of bshonlop. Can be used for any part of speech, but by definition, conveys no meaning whatsoever.
Oh, bnaitflop. I was going to bnaitflop, but... bnaitflop.
από BigCow 24 Μάρτιος 2004
5 Words related to bnaitflop

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×