Top Definition
The act of applying paint or make-up to the human body. The paint or make-up is applied elsewhere than, or in addition to, the face.
We did some bodypainting on our friend and painted him to look like Spiderman.
από Rick Mills 1 Σεπτέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×