Verb to partake in a meal with more than one source of meat. Origination came from dining on a combination of beef and turkey - bof from boeuf and urk from turkey. But has evolved to any meal with more than one meat. The noun is bowfurkey.
Last night we bofurked on a great chicken and duck soup.
από quantisist 27 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×