Top Definition
To smoke mass amounts of weed in a small area with no ventilation.
We bogged out Mikey's xterra so bad you couldn't see the windshield wipers!
από jakeanvil 10 Ιανουάριος 2008
5 Words related to bogged out

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.