1. To force a bogus nature upon someone or something.
2. Having a bogus nature.
"He's certified bogified.".
"His coding was so misguided, it bogified the entire project'.
The well-intentioned swap meet was completely bogified by the front-end ticket purchase requirement.
από Miles Lott 8 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×