Top Definition
A clever saying; well-chosen word(s); particularly a witty remark.

French origin: "bon mot" means "good/nice word"
pl. bons mots
"political correctness" or "it rains cats and dogs" are examples of a bon mot.
από retronaut 8 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×