Top Definition
A queer, or queerlike man. Also one who likes to lick trees imagining them as baseballs.
Look at that bonjot waiting in line to run a train on that hoe, he's touching that other guys' balls as he yells for him to hurry up because he's next.
από Tyson K 30 Αύγουστος 2006
8 Words related to bonjot

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×