Top Definition
A bonkonk is someone who is a bitch or a meanie. Somone who is stupid and did somthing rele mean. An ass or buttpirate.
My sister is going out with the guy I like....she's such a....a bonkonk.
από CraxyKen 10 Νοέμβριος 2007
5 Words related to bonkonk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×