Top Definition
A general state of being up "shit-creek"without a paddle.

Or to find ones-self in a bit of a pickle.
"Hey dude, the tree fell through the roof, a pigeon flew through the window and now your mother is coming round for tea- we are completely "bonkrapped"
από Rojomoco 28 Δεκέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×