Top Definition
being physically exercised by a ssgt to the point of death. usually in boots and utes and when survived resulting in extreme pain and discomfort. pain is usually long enough to ruin your weekend.
oh man, i got bonksercised today at the gym.
από horschel 1 Απρίλιος 2009
5 Words related to bonksercise

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.