1. The Trinidadian version of the fist pound, often used between friends and colleagues.

2. A positive description of a full figured woman's backside.
1. Brad gave him a bonksidoo for buying the last round of beers.

2. Whenever Stacey went out, she constantly received cat-calls about her bonksidoo.
από trini_62 13 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×