Top Definition
v. Of or relating to an orgasm that results because of a females incredible breasts.

Can also refer to the orgasm that is reached via tity-fucking.
Those tits were so phenominal that I gizzed myself (had a boobasm).
από big-40 28 Απρίλιος 2008
5 Words related to boobasm

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×