Top Definition
A portmanteau word combining the words "boob" and "advantage."

(noun) A woman's use of her womanly charms to gain an advantage.
We thought she would have to do some work, but she took full boobvantage of the situation and was totally getting over.
από Berkeley2PD 9 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.