Top Definition
An obnoxiously big girl/lady that makes you stop and stare. Usually found everywhere you can possibly imagine.
I see you picked up another boomkitty Carl.
από Gavin Luzier 14 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to boomkitty

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.