Top Definition
BOOMSKIIKA:(BOOM-SHEE-KA) A word used in place of pudding derived from my freind cooper who said it was a tradition of philie ,but was just a word.
jack gimmie your boomshiika
από mason 1 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×