Bootnew: Verb: The act of "hooking up" in a boarding school room while grabbing booty or multiple booties and not even liking each other. Often occurs in a sketchy room.
Sample Sentences: Student 1"Dude i think Crystal and Kobe bootnewed last night"
Student 2 "Ya I heard they went pretty hard"
από SmashSaucer08 18 Φεβρουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×