Top Definition
Adjective. Originates from a type-o in 2004.

Means:
-Hott
-Sexy
-Funny
and
- A completely perfect guy/girl.

Verb. Having sexual intercourse.
Adjective : "Omg... that guy is SO borcky."
Verb: "So did u borck him last night?"
από Allie & Kim 4 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×