Top Definition
half boar, half gorilla...it's a hog that can climb.
Often used to describe a very large ugly woman.
We could not believe it when Ken woke up at the Stabin Cabin with the borilla he had met at the Keg Lounge the night before.
από Regino 11 Απρίλιος 2007
5 Words related to borilla

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×