1) (verb) to mess up in a truly spectacular fashion; to fail spectacularly.

2) (verb) to fail in a public manner that brings heaps of scorn and shame upon yourself.

3) (noun) a spectacular failure.
1) "I really borka'd that batch of cookies, didn't I?"

2) "You just borka'd all over yourself!"

3) "I got a 0 on that calc test. I'm such a borka."
από Heavy Cream 20 Ιούλιος 2003
5 Words related to borka
4) (noun) NOT A JEW.
"Robbie Borka: NOT A JEW." (think Hanukkah Song, here)
από DICK * TARNSTROM 23 Ιούλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×