Top Definition
Broken in a sudden, unexpected manner at a critical time.
It's launch day and the webserver's fuckin BORKE
από gweasel 29 Ιανουάριος 2009
a misspelled form of the word broke.
I just borked your girlfriend, bitch.
από David Hasslehoff 9 Ιούνιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.