Top Definition
The past tense of being born.
I was bornded from a woman.
#birth #born #baby #pregnant #boy
από as;dlfja;sldc 14 Νοέμβριος 2008
5 Words related to bornded
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×