A sexual act involving insertion of hardened feces into a sweaty vagina. The hard log is then moved in and out rapidly to achieve sexual release. Most effective after a heavy workout.
When Eric couldn't satisfy Lauren's needs, he relied upon the trusty borud.

Since the tennis racket didn't fit, I gave her a borud using a shit-dildo I found in the ditch.
από vsanchez 10 Απρίλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×