Top Definition
A man who indulges in older women because their lack of menstruation.
Dude, Alex is such a bottig, his girlfriend is like 55, and her boobs are sagging. But at least he can screw her all month. Lucky bottig.
από Michael T Mazza 9 Νοέμβριος 2008
1 more definition
A little bitch who likes karmawhoring on reddit.
"Dude, why are reposting old links, you are being such a bottig"
από belrgoblad 9 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×