1.(dictionary)A vendor of bouglash
2.A school (or any building of mass congregation) with many ugly people. Often used to express the sheer quantities of bouglash present in that particular building.
"That school is such a bouglasherie"
"I know, how can the ugly ratio be so unbalanced there?"
από Luke 3 Δεκέμβριος 2004
1 Word related to bouglasherie

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×