Top Definition
Not too unlike brainwashing, but using a stronger form of brainwashing.

{Near-present tense} to braindouche
{Past tense} having been braindouched
Rikers was subject to a technique rather historically inaccurately referred to as braindouching.
από Telephony 3 Αύγουστος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×