Top Definition
1. very built or diesel; ready to fight at anytime.
2. manly or big
3. an excesive use or amount of something
1. You mad brawlic.
2. That chik is brawlic.
3. That fat dude's plate is mad brawlic.
από ray 16 Μάρτιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×