Top Definition
The act of applying the brakes harshly in a vehicle. Past tense
I brembo'd so hard that I just barely missed hitting that car.
#brembo #brembo'd #stopping #stopped #braking
από sureshot007 18 Απρίλιος 2012
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.