Top Definition
noun. often used as a surname, but mostly considered another word for 'sex addict'.
Mr A: i had the most amazing sex last night! it lasted hours!
Mr B: you're turning into a 'brightwell'

or

Girl: NO I WILL NOT SLEEP WITH YOU! STOP BEING SUCH A BRIGHTWELL!!
από ykylm7609 26 Αύγουστος 2009
4 Words related to brightwell

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×