Top Definition
The ability to make something great, without a major time commitment, or high level of skill.
I was playing Jamble on my iPhone and brillianstantly I was a mash up master.
από Luigi58 5 Ιούνιος 2009
6 Words related to brillianstantly

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.