Top Definition
Derived from 'broke'.

A word often used by children which will sometimes carry on into adulthood in those who are not corrected.
"Mommy, I broked my favowite toy! Wiww yew buy me a new one?"
από Dan "Jp" 10 Οκτώβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×