Top Definition
Verb. To inflict terror in a manner so severe, so harsh, that it can go by no other name.
Man, Stalin sure brokkened the peasantry with those Five-Year Plans.
Mussolini really wanted to brokken but he never quite pulled it off.
από SovietRussia6116 15 Μάιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×