Top Definition
The male version of a female lovely. Generally a best male friend or counterpart. In most cases he is relatable, funny and just an awesome friend. He is there when you need him and overall a really cool guy.
I thank God for my lovelies Anna Kerry Kailie, and for my brolovely L Bob.
από SPONGEBOBMANPANTS 4 Δεκέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×