Top Definition
To broscope: verb; the act of sniping in the same spot as someone else in a first person shooter such as Battlefield or Call Of Duty.
I was sniping in the yellow house on nuketown and this guy just came up and totally broscoped me...noob.
από Vitamin_e 16 Μάιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×