(French)
(ambitransitive verb)
to graze, browse
Usually used in a vulgar context
Conjugates like a regular -er verb
Je voudrais bien lui brouter la foufoune.
I really would like to probe her pussy.

Les moutons broutent l’herbe.
The sheep graze on the grass.
από InMooseWeTrust 20 Δεκέμβριος 2009
6 Words related to brouter
A device used to broute and route networks. A mix between a bridge and a router.
The brouter was brouting the packets in data comm today. We ordered a brouter off of ebay for class.
από John 29 Νοέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×