Top Definition
lit. Yiddish for "little grandmother." It is a non-sexual term of endearment for a female, frequently used by men to show their appreciation and love for a female relative or friend.

Pronounced BUH-buh-leh.
"Erin spent her spring break helping her niece build a garden. Erin is such a bubbeleh!"
από Chief of the bubbelot 16 Ιούλιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.